Ποτέ δεν προλαβαίνεις…
Αλλά ποτέ δεν προλαβαίνεις
Μένει ανεπίδοτη η πλούσια αγάπη
Και αμετάδοτη αμετάφραστη αμετάγραφη
σε κονιορτοποιεί
Δεν ξέρω πόσο καιρό είχα να διαβάσω κάτι που να σχίσει τα μέσα μου στα δυο. Προφανώς και παίζει ρόλο ο χρόνος. Και το “Είκοσι” του Παντελή Μπουκάλα με βρήκε στο “δόξα πατρί”. Σχεδόν πάνω στον “Χρόνο”. Και μου είναι ακόμη αδύνατο να το τελειώσω, σπαραγματιά, σπαραγματιά ψηλαφώ τις σελίδες του, όποτε βρίσκω λίγο κουράγιο. Πόσο μάλλον να μιλήσω για αυτό. Και για αυτό θα καταφύγω σε δάνειο – μια πρόσφατη ανάρτηση της Φωτεινής Λαμπρίδη στο Facebook.
Μετά από πολλές προσπάθειες, κατάφερα να βρω μερικές λέξεις για αυτό το αριστούργημα, που προέκυψε μέσα από τον μεγαλύτερο πόνο του κόσμου, τον χαμό του γιου του.
«…Στο σύμπαν του Είκοσι, ο ποιητής ψάχνει σχήμα να χωρέσει αυτά τα μέσα του, που πουθενά δεν θα βολευτούν. Αυτά που αν ήταν νερό θα ξεχύλιζαν ποταμούς, αν ήταν φωτιά θα έκαιγαν τον κόσμο όλο. Διαστέλλει και συστέλλει τον χρόνο, διακτινίζεται σε κάθε εποχή που θα μπορούσε να του δώσει μια ανάμνηση από το νέκταρ του σύντομου βίου του γιου του. Γίνεται Οδυσσέας και Θησέας, η Δήμητρα που τρέχει στον Κάτω Κόσμο για την Περσεφόνη της, γίνεται πρόθυμα και Προμηθέας.
Στο σύμπαν του Είκοσι, τα σπουργίτια στο νεκροταφείο αποκτούν ονόματα και τα παγκάκια λιώνουν από τα δάκρυα. «Τα ουρλιαχτά έχουνε σάρκα. Τη σάρκα μου/ Αφώνητα τ’αφήνω για να τ’ ακούς μονάχα εσύ πού».
Κι αυτό το που με τον τόνο, το άφησε μετέωρο ο Μπουκάλας, χωρίς επεξήγηση, χωρίς να ξέρει ο αναγνώστης αν ρωτάει ή αν κάνει θέλει κάτι να εξηγήσει. Το ίδιο κάνει ο ποιητής και μ’άλλους στίχους του που δεν καταλήγουν κάπου σαν να μένουν μετέωρα τα νοήματα στην άκρη ενός γκρεμού. Σαν να μην χρειάζεται τίποτα να ολοκληρωθεί αφού δεν ολοκληρώθηκε ο κύκλος του Σπύρου. Ή σαν να μη χρειάζεται να μάθουμε εμείς, αυτό που ήδη έχει καταλάβει ο Σπύρος ακούγοντας εκεί που είναι τον πατέρα του να του μιλά με έναν κώδικα δικό τους.
Εξάλλου στα διαλογικά μέρη των ποιημάτων έρχονται αποσπασματικά φράσεις που απηύθυνε στον πατέρα του. Η γλώσσα του Σπύρου («γεια σου ρε φάδερ, λυρικέ μου ποιητή με τ’αναβολικά σου») έχει απλώσει ρίζες στην ποίηση του πατέρα. Με τις λέξεις του γιου επαναφέρει την εικόνα του, μας τον παρουσιάζει ολοζώντανο, ακμαίο «τι έγινε ρε πατέρα; ισχύει τελικά εκείνη η κατάρα; Σημαδεμένοι είμαστε;» και προσπαθεί να λύσει γρίφους. Με τη ζωντανή του γλώσσα μας τον συστήνει τον Σπύρο και ξεχνάμε για λίγο το μοιρολόι του πατέρα, ακούμε τον γιο να τραγουδά τους Πέντε Έλληνες στον Άδη, νιώθουμε τον κεραυνό που τον κυβερνά, τον αγαπάμε.
Οι λέξεις, η πρώτη ύλη του
Οι λέξεις, η πρώτη ύλη του Μπουκάλα, το καύσιμο του. Που νιώθει να τον κυνηγούν «…αδυσώπητες για να μου πάρουν πίσω το αίμα που τους έκλεψα». Μα αμετανόητος επιστρέφει πάλι σε ένα λήμμα: αμάραντος «Ποιο νήμα και ποιους κόμπους να ξαναβρώ καημέ μου αμάραντε;»
«Ο θάνατος σου να’μουν και να πέθαινα.
Εγώ να πέθαινα ζωούλα μου».
Δεν υπάρχει κείμενο του Παντελή Μπουκάλα που να μη με αφορά. Από την ποίηση έως τα δοκίμια του. Ωστόσο θεωρώ το «Είκοσι» την επιτομή του έως τώρα έργου του.
Τον ακούω να συνομιλεί με τον Γιάννη Ευσταθιάδη που έγραφε με αφορμή τον θάνατο του δικού του γιου «Εδώ γυρνάω μόνος γέροντας Νώε με μιαν άδεια κιβωτό. / Κύριε με εξαπάτησες τι να διασώσω πια αφού έχει προ πολλού συντελεστεί ο Κατακλυσμός» αλλά και με τον Παλαμά.
Οι στίχοι του Μπουκάλα με διέλυαν και με διεύρυναν ταυτόχρονα, όπως έγραψα στην αρχή. Κι αυτό γιατί η υπαρξιακή κραυγή του, δεν μένει στα μεγάλα ερωτήματα, ούτε στην αναψηλάφηση της οδύνης. Προχωράει στα ενδότερα δωμάτια μιας μύητικής διαδρομής. Εκεί όπου ο λαβωμένος από τον βαρύτερο πόνο, χωρίς ψευδαισθήσεις πια για τον χρόνο που δήθεν τα γιατρεύει όλα, και με τη γνώση πως «ο θάνατος δεν έχει χρόνους και εγκλίσεις», όχι απλά δεν καταδέχεται τη ζήλια και τον φθόνο για εκείνους που δεν χτυπήθηκαν από την ίδια μοίρα, αλλά τους ευγνωμονεί κιόλας.
«Έχετε πάει ποτέ στον επιτάφιο καλοί μου
και να’ναι εντάφιος ο γιος σας;
Δεν έτυχε
Και ευτυχώς
Δεν σας ζηλεύω.
Σας ευγνωμονώ που υπάρχετε
και μου δωρίζετε μια σκέψη
μιαν αγάπη
πέντε λέξεις
για το αδόκητο….».
Γι’αυτό η ποίηση του Μπουκάλα, δεν συγκινεί απλά. Σε διαπερνά σαν ρεύμα, με τον τρόπο και την ένταση που μόνο η μεγάλη λογοτεχνία μπορεί. Σε παραδίδει στον στοχασμό με τέτοια τέχνη και μεγαλοσύνη, που αυτό που σε κυριεύει στο τέλος της ανάγνωσης σαν αίσθημα, είναι η αγάπη και κυρίως η ευγνωμοσύνη.
11.
Τo ΤΡΕΜΩ
τὸ κτῆνος
ποὺ γίνεται
ὁ ἄνθρωπος
γιὰ ν’ ἀντέξει.
Ποὺ πρέπει
νὰ γίνει.
Τὸ τρέμω.
Τὸ μισῶ.
Καὶ τὸ σιχαίνομαι.
Τὸ εὐγνωμονῶ.
Τὴν κάθε μέρα τρέμω.
Φέρνει ἔρημο καὶ ξηρασία.
Κι ἐγὼ ποτίζω ὅλο ποτίζω
ἕνα δεντράκι ξεραμένο.
Τὸ ξέρω.
Δὲν θὰ ξαναδώσει φύλλα,
ἄνθη ἢ καρπούς.
Μὰ τὸ ποτίζω.
Πῶς ἀλλιῶς
σ 28
