Χάσαμε τη θεία στοπ – 50 χρόνια μετά
Βράδυ καλοκαιριού στο Αίθριο του Ελληνικού Κόσμου – το τσιμέντο ξεβράζει την ανταγιάντιστη ζέστη μιας όλο και πιο αφιλόξενης πόλης. Σε λίγη ώρα, το απροσδιόριστα οικείο – σαν παλιό λαϊκό σε ξύλινο ραδιόφωνο – σκηνικό της Μαρίας Φιλίππου… θα ξεβράσει την αποφορά μιας όλο και πιο μακρινής (;) εποχής. Χάσαμε τη θεία στοπ.
Το έργο σύνθημα του Γιώργου Διαλεγμένου – «Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι ήταν σύνθημα απ’ τη χούντα» – συνεχίζει για δεύτερο καλοκαίρι να γράφει χιλιόμετρα σε σκηνοθεσία Χρήστου Τριπόδη. Χιλιόμετρα κυριολεκτικά και μεταφορικά καθώς συνεχίζει με περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.
Φτώχεια καταραμένη
Τα φώτα ανάβουν και μέσα στο στο Γκάζι της δεκαετίας του ‘50, μας υποδέχεται το ροχαλητό του ανεπρόκοπου Θανάση σε αντίστιξη με τον επιθανάτιο ρόγχο της κατάκοιτης θείας στη διπλανή κάμαρα. Μάταια πασχίζει να τον συνεφέρει η ακάματη Ουρανία – βουτηγμένοι μέσα στη μιζέρια και τη γκρίνια που φέρνει η ανέχεια, θα μας περιδινίσουν στις παθογένειες της μετεμφυλιακής περιόδου.
Σαν παλιό σινεμά που παίζει στη διαπασών στο πίσω στενό, θα ξεδιπλωθεί μπροστά μας η ηθογραφία της εποχής: ο ψευτονταής σύζυγος, η καρτερική γυναίκα (του), ο δοσατζής έμπορας, ο απεχθής εργοδότης, οι άσπονδες γειτόνισσες, οι άφαντοι συγγενείς, ο δοσίλογος που έγινε νεόπλουτος και η… φωνή της ετοιμοθάνατης θείας (εξαιρετικό εύρημα η χροιά της Χρύσας Ρώπα) που όλοι περιμένουν πότε θα τα κακαρώσει.
🔊 Κάθε νύχτα που περνάει σαν ταινία / Κι ό, τι ζήσαμε προβάλλεται με φόντο την πλατεία 🎵

Ο Γεωργουσόπουλος είχε πει «ο Διαλεγμένος έγραψε μόνο αριστουργήματα». Η διαφορά είναι πως τα αριστουργήματα διατηρούν το έρεισμα τους στο διηνεκές. Ενώ το εν λόγω “σπαρταριστό, γλυκόπικρο, διαχρονικά «ελληνικό» έργου του 1975”, πενήντα χρόνια μετά φοβάμαι ότι το πολύ να αφορά τη Gen X και τους… μπούμερ μπαμπάδες τους (χωρίς ρούμι).
Ξεπερασμένη ηθογραφία;
Υποτίθεται, τουλάχιστον έτσι διατείνονται οι λόγιοι, πως “σε μια εποχή γεμάτη κοινωνικές αντιφάσεις, ο Διαλεγμένος μετατρέπει μια οικογενειακή τραγωδία σε μια μαύρη κωμωδία υψηλής θεατρικής έντασης, μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού που ζει φτωχικά, προσμένοντας τη λύτρωση μέσα από την κληρονομιά της κατάκοιτης θείας.”
Το κλειδί εδώ είναι πως ο σκηνοθέτης φιλοδοξεί να διατηρήσει τον αυθεντικό τόνο του έργου, μέσα από τη φόρμα του ρεαλισμού, κάτι που σε μεγάλες νησίδες της (δίωρης) παράστασης, προσδίδει την αίσθηση μιας ξεπερασμένης ηθογραφίας. Κάτι που επιτείνεται στη φετινή εκδοχή της παράστασης από την επιλογή του σκηνοθέτη να ενσαρκώσει τον ρόλο του Θανάση με το αποτέλεσμα άνισο έως άνευρο – σε πλήρη αντιδιαστολή τον… περσινό Θανάση (Ορέστης Τζιόβας) ο οποίος ήταν ήταν όλα τα λεφτά και στυλοβάτης της παράστασης (κι ας μην του το’ χα).

Κάπως έτσι μια αναμφισβήτητα προσεγμένη και καλοδουλεμένη παράσταση, με αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία και σκηνοθετικά ευρήματα (εναργής ανάπλαση εποχής με χρήση αντίστοιχων τραγουδιών περίπου σαν “χορικά”, προβολή της Καζαμπλάνκα στον απέναντι τοίχο) χάνει μεγάλο κομμάτι της δυναμικής της, καθώς ούτε η επιλογή της Φωτεινής Μπαξεβάνη ισοσταθμίζει το στεντόρειο εκτόπισμα της Τζόυς Ευείδη, η οποία έδινε τον τόνο και στις έτερες μοιρολογίστρες γειτόνισσες.
Το άχθος της Βίβιαν Κοντομάρη
Σχεδόν νομοτελειακά λοιπόν, ο κλήρος πέφτει – όπως ακριβώς και στην πλοκή του έργου – στους ώμους της γυναίκας και στον πολυσύνθετο ρόλο της Ουρανίας. Η ερμηνεία της Βίβιαν Κοντομάρη εξασφαλίζει αριστοτεχνικά τη μετάβαση από τον παιγνιώδη και παραπειστικά ανάλαφρο τόνο του πρώτου μέρους, στην δραματική κορύφωση του αναπάντεχου (;) φινάλε και αποτελεί το μεγαλύτερο ατού της παράστασης.
Η Βίβιαν Κοντομάρη ως Ουρανία μοναδική – θαρρείς και ακροβατεί συνέχεια με τα πόδια ανάμεσα σε δυο βάρκες – και ξέροντας ότι δεν πρέπει επουδενί να πέσει, καθώς κάτω από τα σκέλια της κοχλάζει καυτό αίμα και (ανθρωπο)λύματα μιας αλλοτινής (;) εποχής. Μια μόνιμη αγωνία σκάβει αυλάκια στο πρόσωπο της. “Με βλέμμα, σώμα και λόγο σε πλήρη αρμονία, είναι τόσο εκφραστική που μιλάνε τα μάτια από μόνα τους”.
Αεικίνητη, «γεμίζει» την σκηνή με την παρουσία της με επίζηλη ενέργεια, αλλά πάντα με μέτρο στην ερμηνεία της, χωρίς υστερίες και υπερβολές. Κρατάει τα μπόσικα της οικογένειας και συνάμα με θαυμαστή ακρίβεια το έρμα της παράστασης – σαν ισοκράτης σε βυζαντινό αναλόγιο – δίνοντας την ασφάλεια στον “πρωτοψάλτη” (σκηνοθέτη) να ξεδιπλώσει τις ιδέες του εκ του ασφαλούς…
Ο Γιώργος Σουξές (Αραβαντινός) δεν υποδύεται απλώς το χυδαίο αφεντικό. Του δίνει σάρκα και οστά, αναδεικνύοντας μέσω της κωμικής του φλέβας την απεχθή πρώτη ύλη του χαρακτήρα του.
Οι Φωτεινή Μπαξεβάνη, Νατάσσα Κοτσοβού και Αγνή Χιώτη, ως φετινές Γειτόνισσες, ακολουθούν πιστά τη σκηνοθετική γραμμή, όπερ εξαντλούνται σε μία εξωστρεφή, φωναχτή κωμικότητα που (δεν) εκβιάζει το γέλιο.
Εν κατακλείδι
Το “Χάσαμε τη θεία στοπ”, παραμένει μια “more than decent”, καλοδουλεμένη παράσταση, παρά την αναχρονιστικότητα του κειμένου και τις όμορες ενστάσεις που αναγείρουν κάποιες σκηνοθετικές επιλογές. Οι ερμηνείες του θιάσου παραμένουν το ατού της της παράστασης, με προεξάρχουσα την καθηλωτική ερμηνεία της Βίβιαν Κοντομάρη που ενσαρκώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον πολυκύμαντο βίο της Ουρανίας.
ΧΑΣΑΜΕ ΤΗ ΘΕΙΑ ΣΤΟΠ
Κείμενο: Γιώργος Διαλεγμένος
Σκηνοθεσία: Χρήστος Τριπόδης
Οι τεθλιμμένοι συγγενείς (αλφαβητικά): Βίβιαν Κοντομάρη, Νατάσσα Κοτσοβού, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Γιώργος
Σουξές, Χρήστος Τριπόδης, Αγνή Χιώτη. Μαζί τους οι: Βασίλης Γιαννέλος,
Βαλεντίνο Βαλάσης.
Δευ, 27/7 21:15 – Θέατρο Βουνού – Καστοριά
Τρι, 28/7 21:15 – Ανοιχτό Θέατρο Πάρκου Εκτάκτων Αναγκών – Πτολεμαΐδα, Κοζάνη
Πεμ, 30/7 21:15 – Υπαίθριο Θέατρο Καστράκι – Γρεβενά
Παρ, 31/7 21:15 – Αμφιθέατρο Ασπροβάλτας – Ασπροβάλτα, Θεσσαλονίκη
Σαβ, 1/8 21:15 – Θερινό Δημοτικό Θέατρο Κομοτηνής – Κομοτηνή, Ροδόπη
Κυρ, 2/8 21:15 – Θέατρο Αλτιναλμάζη – Αλεξανδρούπολη, Έβρος
Δευ, 3/8 21:15 – Ακόντισμα – Καβάλα
Τρι, 4/8 21:15 – Ανοιχτό Θέατρο Σκύδρας – Σκύδρα, Πέλλα
Πεμ, 6/8 21:15 – Γυμνάσιο Μύρινας – Λήμνος
Πεμ, 17/9 21:15 – Αμφιθέατρο Θαν.Βέγγος – Κορυδαλλός, Αττική

