Άλκης Αλκαίος – Να με θυμάσαι
Ήθελα καιρό να γράψω κάτι για τον Άλκη Αλκαίο – μήπως κάποτε το διαβάσουν τα παιδιά (λέμε τώρα). Αλλά στην πράξη αποδείχθηκε ακατόρθωτο. Εξάλλου, όταν υπάρχουν τόσα και τόσο εμβληματικά τραγούδια – ομηρικά θαρρείς βράχια, σμιλεμένα από το λυσομάνι του Αιγαίου, μελτέμια και θρακιάδες – τι μένει να ειπωθεί; Η ατάκα πως ο Άλκης Αλκαίος ήταν ένας αόρατος ποιητής που υποδυόταν τον στιχουργό;
Άστο, θα το(ν) βρούνε μόνα τους. Γιατί σε όποιο άρμενο της μουσικής μας κι αν ανέβεις, δεν υπάρχει περίπτωση να τη γλυτώσεις. Κάποια στιγμή θα τον συναντήσεις μεσοπέλαγα. Και πως να περάσεις μέσα από τις συμπληγάδες των στίχων του χωρίς να νοιώσεις πως γλιστράς σε κατολίσθηση, χωρίς να σου κολοβώσουν σώμα και νου;
Με αφορμή μια συναυλία
Μέχρι που μια πρόσφατη συναυλία – αφιέρωμα στα τραγούδια του Άλκη Αλκαίου στο Κηποθέατρο του Παπάγου, μαζί με το viral πια “Βαλς των Ονείρων” τον έφερε ξανά(;) στο προσκήνιο. Το ερωτηματικό γιατί το πραγματικό δημόσιο πρόσωπου του Αλκαίου για 30+ χρόνια εξαντλείται σε μια μοναδική τηλεοπτική εμφάνιση, μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο και κάποιες ελάχιστες φωτογραφίες – οι περισσότερες από το εσώφυλλο του “Εμπάργκο”.
Χαρακτηριστικό της αποστροφής του προς τη δημοσιότητα, το ότι ο ίδιος δεν εμφανιζόταν ποτέ στις συναυλίες, αλλά τις άκουγε από το ακουστικό του τηλεφώνου. Όπως μάλλον θα άκουγε – όσο κι αν “σκούριασε το κλειδί του παραδείσου” – και την σπαρακτική ερμηνεία της Βιολέτας Ίκαρη στο “Μη με Φοβάσαι” και θα του έπεφτε το ακουστικό από το χέρι. Και με αυτό το βίντεο θα μπορούσε να κλείσει κάθε κουβέντα…
Τρελαίνει τις πυξίδες τ’ ουρανού τ’ αγιάζι
κι ο κόσμος κατεβάζει τα ρολά
μου λες πως δεν μας παίρνει για πολλά
μα είμαι δίπλα σου καθώς βραδιάζει.
Ατάκτως ερριμμένα
Παραδόξως θα κάνω μια άγαρμπη απόπειρα να συνεχίσω. Όχι όμως με δικά μου λόγια και φληναφείες. Αλλά με ένα μικρό παζλ κοματιών, “ατάκτως ερριμμένων” αλιευμένων από το διαδίκτυο. Χωρίς ειρμό και ορθολογικό πλαίσιο και χωρίς καν την βοήθεια του ΑΙ για να μπουν σε μια στοιχειώδη τάξη. Περίπου σαν τους στίχους του περίφημου Ερωτικού (Με μια πιρόγα) που κανείς δεν καταλαβαίνει γρι από την ασυναρτησία των στίχων, αλλά παραμένουμε εκστατικοί σε κάθε άκουσμα.
Ενδεικτικός και ο αστικός μύθος που θέλει το κοινό στο γήπεδο του Πανιωνίου που πρωτοπαίχθηκε συναυλιακά το τραγούδι με τη φωνή της Χαρούλας (εντέλει δισκογραφήθηκε με τον Μητσιά) να παραληρεί και να “υποχρεώνει” την ορχήστρα και τον Θάνο Μικρούτσικο να το ξαναπαίζουν στο καπάκι!
“Οι ιστορίες των τραγουδιών του Άλκη Αλκαίου συνίστανται σε υπόγειες φλέβες και ρεύματα, σε μετακινήσεις τεκτονικών πλακών που σε τελική ανάλυση έχουν εγγεγραμμένες μέσα τους την ταξική πάλη και τις αντιθέσεις που γεννιούνται στη σφαίρα του κοινωνικού. Και οι ήρωες του ποιητή δεν ξεφυτρώνουν ουρανοκατέβατα, ούτε προσφέρονται για μπλουζάκια και είδωλα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων βουτάνε μέσα στην αντίφαση και στην ανάγκη, “πάντα γελαστοί και γελασμένοι”, έχοντας, όμως, πρώτα αποπειραθεί το αδύνατο και έχοντας περισώσει την υποψία μιας διαφορετικής έκβασης των πραγμάτων.
Τσιγάρα και γάλα
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός το πώς κατορθώνει εν γένει ο Αλκαίος να «ταξιδέψει» με τους στίχους του όντας ο ίδιος «σχεδόν τριάντα χρόνια εθελούσια αποκλεισμένος σε δυο δωμάτια, ένα στην Κάτω Κηφισιά και ένα στην Πάργα», πώς δημιουργεί σαν να είναι πολίτης του κόσμου και πώς περιγράφει τα γεγονότα σαν να είναι αυτόπτης μάρτυρας. Αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό. Δεν έχει κατ’ ιδίαν εμπειρίες, αλλά όλες τις εικόνες τις οποίες κάνει στίχους ο Άλκης Αλκαίος, τις δημιουργεί με την φαντασία του.”

“Από το 1984 και μετά ο Αλκαίος δεν μπορούσε, όπως αναφέρει ο Πασχαλίδης, να σταθεί ούτε όρθιος έστω και για λίγη ώρα. Έπινε γάλα, κάπνιζε και έγραφε στίχους γεμάτους ζωή και ταξίδια. Ωστόσο ο λόγος που δεν πολυέβγαινε έξω ειδικά τα πρώτα χρόνια ήταν γιατί, όπως αναφέρει ένας αδελφικός του φίλος, «δεν γούσταρε να τον βλέπουν δημόσια σε κοινωνικές εκδηλώσεις και να νιώθει οτι προκαλεί οίκτο». Και εδώ αξίζει να τονιστεί και πάλι αυτή η άτυπη «ομερτά» την οποία είχαν συμφωνήσει οι ελάχιστοι που τον γνώριζαν προσωπικά και δεν αποκάλυψαν ποτέ τίποτα δημοσίως για την κατάστασή του όσο ζούσε, παρόλο που ο ίδιος δεν τους το είχε ποτέ απαγορεύσει. Έτσι, ετράφησαν θρύλοι και μύθοι σχετικά με τον Αλκαίο που αφορούσαν ακόμα και για το αν είναι υπαρκτό πρόσωπο…”
“Το γάλα ήταν μια επίκτητη συνήθεια λόγω της κλονισμένης του υγείας. Μεταξύ άλλων, έπασχε από ρευματοειδή, αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, ένα αυτοάνοσο το οποίο επιδεινώθηκε δραματικά μετά τα βασανιστήρια που υπέστη στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, ως συλληφθείς φοιτητής Νομικής για την αντιστασιακή δράση του και την εμπλοκή του στην πρώτη απόπειρα απόδρασης του Αλέκου Παναγούλη από τη φυλακή.”
In Memoriam
Ο Άλκης Αλκαίος (“κατά κόσμον” Βαγγέλης Λιάρος) γεννήθηκε στην Κοκκινιά Θεσπρωτίας (κοντά στην ελληνοαλβανική μεθόριο), αλλά μεγάλωσε στην Πάργα, με την οποία συνδέθηκε βαθειά. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε ηλικία 18 μόλις ετών, δίνοντας μια διάλεξη στην Πάργα αναφορικά με τον Κώστα Καρυωτάκη (“Ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε”).
«Ο Κώστας Καρυωτάκης –τι κι αν καταφρονήθηκε– έγινε η πραγματική βάση πάνω στην οποία ερείδεται, απ’ άκρη σχεδόν σ’ άκρη, η σύγχρονη ποίηση και η σύγχρονη ιδέα. Όχι γιατί το λέμε εμείς. Όχι γιατί το λέει ο κριτικός ή μια μερίδα απ’ τους ειδήμονες. Αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι μονάχο το έργο του μιλάει».
Το πνεύμα του Καρυωτάκη έμελλε να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τον Αλκαίο, όχι μόνο στην ποιητική συλλογή του «Εμπάργκο», που κυκλοφόρησε το 1983 από τις εκδόσεις της «Εταιρείας Νέας Μουσικής» (σε αυτόν τον κύκλο ποιημάτων ανήκει και το συνυφασμένο με τον πρόωρα χαμένο Μάνο Λοΐζο «Πρωινό τσιγάρο»), αλλά και στο μετέπειτα στιχουργικό έργο του. Έχουν δισκογραφηθεί 154 τραγούδια του.
Ατόφια ποίηση
Ύστερα από τη μελοποιημένη ποίηση των δεκαετιών ’60 και ’70, με ολόκληρους κύκλους τραγουδιών σε ποίηση Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσου, Καββαδία, Λειβαδίτη και Αναγνωστάκη, που συνδέθηκαν με περιόδους όπως η Κατοχή, ο Εμφύλιος και η Δικτατορία είχαμε την τύχη να ευδοκιμήσουν σπουδαίοι ποιητές-στιχουργοί, με λόγο κοινωνικοπολιτικό, όπως ο Αλκαίος, ο Μάνος Ελευθερίου και ο Κώστας Τριπολίτης, και να δώσουν στίχους σπάνιας πνοής, ικανούς όχι μόνο να εκφράσουν το στίγμα του καιρού τους αλλά και να προϋπαντήσουν τους επόμενους.
Ο Αλκαίος άφησε πίσω του μια μοναδική ποιητική συλλογή, το «Εμπάργκο» (1983) που ήταν χωρισμένη σε τρεις θεματικές ενότητες: «Ασκήσεις επί πάγου», «Εκδοχές για την παρακμή» και «Εμπάργκο», από όπου προήλθαν και οι μελοποιήσεις του ιστορικού ομώνυμου δίσκου που σηματοδότησε τον «αποκλεισμό» της γενιάς του. Δεν χρήζει καμίας ιδιαίτερης αιτιολόγησης για το αν οι στίχοι του είναι ποίηση ή όχι. Τίποτα άλλο εξόν από ατόφια ποίηση δεν μπορεί να είναι οι παρακάτω στίχοι –είτε τους συνοδεύει μελωδία είτε όχι:
Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου
“Ο Aλκης Αλκαίος ήταν «απίστευτα γλυκός, φιλικός και φιλόξενος. Hταν όμως και λίγο παραπονιάρης όταν κάποιοι επιχειρούσαν να του αλλάξουν έναν στίχο. Υπερασπιζόταν με πάθος τις λέξεις του. Συνήθως δικαιωνόταν για τις επιλογές του. Να θυμίσω πόσοι προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, λέγοντάς του να βγάλει από το “Ερωτικό” τη λέξη Βησιγότθοι, γιατί δεν ταίριαζε σε ένα ζεϊμπέκικο!» θυμίζει ο Οδυσσέας Ιωάννου. Χαρακτηριστική είναι και η συνεργασία με τον Γιώργο Νταλάρα, η οποία ναυάγησε εξαιτίας μιας λέξης…”
ΥΓ. Για την ιστορία, το πιο ενδιαφέρον ίσως άρθρο που μπορείς να βρεις στο διαδίκτυο είναι ένα σχετικά πρόσφατο (2024) της Κατερίνας Αγριμανάκη στην Καθημερινή. Ένα εκτενές αφιέρωμα όπου ο Οδυσσέας Ιωάννου και ο Μίλτος Πασχαλίδης αποτίουν φόρο τιμής στον άνθρωπο που υπήρξε δάσκαλος και φίλος τους, δώδεκα χρόνια από τον θάνατό του…
