Στη Λεωφόρο σε ζητώ και στην Βικτώρια

Είναι κάτι μέρες του Ιουλίου που η ζέστη καμινεύει τόσο το μυαλό που δεν σε σώζει τίποτα. Κάθε σκέψη, υπόνοια έστω, για κίνηση και δημιουργία, λιώνει σαν αγιοκέρι. Και παλεύει το σώμα να κουλαντρίσει την εντροπία του συστήματος όπως, όπως. Και αίφνης, κάπου από τον ακάλυπτο, ξεπηδά μια μελωδία που χεις να ακούσεις χρόνια – με τόσο κόντρα στίχο στη διάπυρη μητρόπολη, που του φωνάζεις “δυνάμωσε το!”

“Κάνει μια ψύχρα που με αρρωσταίνει κι έχω χαθεί στης πολιτείας τα στενά…”

Στο προλόγισμα η Βιολέτα επανέλαβε πως τα τραγούδια που χουν αυλακώσει τα μέσα μας με τη φωνή του Βασίλη δεν αντέχουν επανεγγραφής και μας προέτρεψε γλυκά κι απέριττα: – “Εγώ θα κάνω ότι τραγουδάω κι εσείς θα το ακούτε με τη φωνή του Βασίλη…”

Φυσικά και έχει δίκιο. Με μια διαφορά όμως, τόσο ειδοποιό στην περίσταση, που πιάνει τις προδιαγραφές της ένστασης. Γιατί ενώ κλείνεις τα μάτια και a priori με τις πρώτες νότες της εισαγωγής, μέσα από καπνούς, προβάλει με τα χέρια στην έκταση η φωνή του Βασίλη…

Μετά τα πρώτα μέτρα και το νοσταλγικό γρέζι – σαν μέλι των γκρεμών – της ικαριώτικης βραχνάδας, νοιωθεις να σε μουδιάζει μια πρωτόγνωρη αίσθηση, που πέρα από το Deja Vu της γραμμής Πατήσια – Βικτώρια, κουβαλά το αναπάντεχο συναπαντήματος με φίλο αγαπημένο που είχες να τον δεις δεκαετίες κι ανάθεμα αν θα τον γνώριζες. Και ψαχουλεύετε τα σημάδια στα πρόσωπα σας, πριν γίνετε απολίθωμα αγκαλιάς που αψηφά τον Χρόνο.

Κατά τα άλλα, οι στίχοι του Αλκαίου παραμένουν ατόφια κοφτεροί και σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια μετά. Σαν ένα μικρό αφρικάνικο μαχαίρι που κουβαλάμε στον κόρφο μας σαν φυλαχτό κι ας έχει αρχίσει σιγά σιγά να μας γδέρνει το στέρνο με γινάτια και θραύσματα μνήμης: “Ο αστυφύλακας ταυτότητα ζητάει/ μα εγώ την ψάχνω απ’ τα δεκαεννιά”….

Δίσκος: Χορεύω (1989)
Μουσική: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος

Κάνει μια ψύχρα απόψε, που με αρρωσταίνει
κι έχω χαθεί στης πολιτείας τα στενά.
Εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφροισμένη
κι εγώ βουλιάζω κάθε νύχτα στη στεριά.

Αυτή η άνοιξη καθόλου δε μ’ αγγίζει,
μου ‘λεγες πέρσι τέτοιο βράδυ σκεφτική.
Ύστερα άρχισε η ματιά σου να ραγίζει
και σαν τρελλός σε κυνηγούσα στη βροχή.

Στη λεωφόρο σε ζητώ και στη Βικτώρια
κι από το στέκι μας περνάω το παλιό.
Ξέρεις καλά, πως πια δεν έχω περιθώρια,
ξέρω καλά, πως θα σαλτάρω, αν δε σε βρω.

Σ’ ένα μπαράκι με προγκάει ένας πιωμένος,
μου λέει, πως ψάχνει από κάπου να πιαστεί.
Κι εγώ ξεκάρφωτος, μαζί και καρφωμένος,
του λέω με στυλ, πως είναι όμορφη η ζωή.

Μια πεταλούδα στη γωνιά χαμογελάει,
κερνάει τσιγάρο, μα πουλάει τη φωτιά.
Ο αστυφύλακας ταυτότητα ζητάει,
μα εγώ την ψάχνω απ’ τα 19.

Τώρα γυρίζω σε μια στέπα χιονισμένη,
ένας ροζ πάνθηρας που τρέμει και πεινά.
Ένα σου γέλιο με χτυπάει και μ’ ανασταίνει
κι όλα τα δίνω, για να σμίξουμε ξανά.

Κάνει μια ψύχρα, που τρυπάει και αρρωσταίνει,
έξω η νύχτα με τραβάει απ’ τα μαλλιά.
Εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφροισμένη
κι εγώ βουλιάζω κάθε νύχτα στη στεριά.

Κάνει μια ψύχτα απόψε, που με αρρωσταίνει.